χραίνω

ΜΑ
μιαίνω, μολύνω, κυρίως από ηθική άποψη («λέχη δὲ τοῡ θανόντος ἐν χεροῑν ἐμαῑν χραίνω», Σοφ.)
αρχ.
1. αγγίζω ελαφρά την επιφάνεια ενός αντικειμένου
2. χρωματίζω («γυναικὸς τέχνῃ ἐλέφαντα χραινούσης φοίνικι», Μάξ.)
3. αλείφω, επαλείφω («τῷ μὲν Γερραῑοι νομάδες χαλκήρεας αἰχμὰς χραίνουσιν», Νίκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. τ., ο οποίος, κατά την επικρατέστερη άποψη, συνδέεται με τα ρ. χραύω και χρίω και έχει, πιθανότατα, σχηματιστεί υστερογενώς κατ' επίδραση τών μι-αίνω, ξ-αίνω (βλ. και λ. χραύω). Εξάλλου, λόγω τής σημασιολογικής εγγύτητας τού ρ. χραίνω με τα ρ. μιαίνω και χρίω, έχει διατυπωθεί και η υπόθεση ότι το ρ. χραίνω έχει προέλθει με συμφυρμό τών δύο αυτών τ., άποψη, όμως, που θεωρείται λιγότερο πιθανή. Τέλος, ελάχιστα πιθανή είναι και η αναγωγή τού ρ. στην ΙΕ ρίζα *ghren- «τρίβω, θρυμματίζω», η οποία αποτελεί εκτεταμένη μορφή τής ρίζας *gher- «τρίβω» (για τη γενική αυτή μορφή ρίζας βλ. λ. χραύω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • χραίνω — touch slightly pres subj act 1st sg χραίνω touch slightly pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χραῖνον — χραίνω touch slightly pres part act masc voc sg χραίνω touch slightly pres part act neut nom/voc/acc sg χραίνω touch slightly imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) χραίνω touch slightly imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χραίνῃ — χραίνω touch slightly pres subj mp 2nd sg χραίνω touch slightly pres ind mp 2nd sg χραίνω touch slightly pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χραινόμενον — χραίνω touch slightly pres part mp masc acc sg χραίνω touch slightly pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χραινόντων — χραίνω touch slightly pres part act masc/neut gen pl χραίνω touch slightly pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρανεῖ — χραίνω touch slightly fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) χραίνω touch slightly fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρανθέντα — χραίνω touch slightly aor part pass neut nom/voc/acc pl χραίνω touch slightly aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χραίνει — χραίνω touch slightly pres ind mp 2nd sg χραίνω touch slightly pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χραίνομεν — χραίνω touch slightly pres ind act 1st pl χραίνω touch slightly imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χραίνουσιν — χραίνω touch slightly pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) χραίνω touch slightly pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.